Βρίσκεστε εδώ:Αρχική>>Πρόσωπα>>Μάργκαρετ Θάτσερ (1925-2013): η Κυρία δεν γυρίζει
Μάργκαρετ Θάτσερ (1925-2013): η Κυρία δεν γυρίζει
10.04.2013 | 02:52

Μάργκαρετ Θάτσερ (1925-2013): η Κυρία δεν γυρίζει

Συντάκτρια:  Κυριακή Κατσάκη
Κατηγορία: Πρόσωπα

Η Μάργκαρετ Θάτσερ, Βαρόνη Θάτσερ (13 Οκτωβρίου 1925 – 8 Απριλίου 2013, πλήρες όνομα Margaret Hilda Thatcher), Λαίδη του Τάγματος της Περικνημίδας, Μέλος του Τάγματος της Αξίας, Μέλος του Συμβουλίου Επικρατείας του Ηνωμένου Βασιλείου, Μέλος της Βασιλικής Εταιρείας, αργότερα Βαρώνη Θάτσερ και μέλος της Βουλής των Λόρδων, ήταν αρχηγός του Συντηρητικού Κόμματος του Ηνωμένου Βασιλείου από το 1975 ως το 1990 και Πρωθυπουργός της χώρας από το 1979 ως το 1990. Ήταν η πρώτη και μόνη ως σήμερα γυναίκα που κατέλαβε αυτές τις δύο θέσεις.

Η ζωή της

Το πατρικό της όνομα ήταν Margaret Hilda Roberts. Γεννήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 1925 και μεγάλωσε στην πόλη Grantham της κομητείας Λίνκολνσάιρ. Ο πατέρας της ήταν παντοπώλης και αναμιγνυόταν στην τοπική πολιτική ζωή, ενώ ήταν και ιερέας εκκλησίας Μεθοδιστών. Η οικογένειά της ανήκε στο Εργατικό Κόμμα. Είχε και μια μεγαλύτερη αδερφή, την Muriel (1921-2004). Ανατράφηκε ως ευσεβής Μεθοδίστρια.

Η Μάργκαρετ Θάτσερ ήταν καλή μαθήτρια. Φοίτησε στο Κολλέγιο Σόμερβιλ και το 1944 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης για να σπουδάσει χημεία και ειδικά κρυσταλλογραφία. Το 1946 εκλέχθηκε Πρόεδρος της Συντηρητικής Ένωσης του Πανεπιστημίου Οξφόρδης. Μετά την αποφοίτησή της εργάστηκε σε διάφορες εταιρίες ως ερευνήτρια χημικός.

Το 1951 παντρεύτηκε τον Ντένις Θάτσερ, έναν διαζευγμένο πλούσιο επιχειρηματία, ο οποίος χρηματοδότησε τις νομικές σπουδές της Μάργκαρετ. Το 1953 γεννήθηκαν τα δίδυμα παιδιά τους, την ίδια χρονιά που η ίδια τελείωσε τις σπουδές της, ειδικευόμενη στο φορολογικό δίκαιο.


Πολιτική σταδιοδρομία
Στο Συντηρητικό Κόμμα

Το 1959 εξελέγη στη Βουλή των Κοινοτήτων και το 1965 ορίστηκε εκπρόσωπος του Συντηρητικού Κόμματος. Υποστήριξε προτάσεις νόμου για την αποποινικοποίηση της ανδρικής ομοφυλοφιλίας, τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων, τη διατήρηση της θανατικής ποινής, αλλά ψήφισε ενάντια στη χαλάρωση των νόμων περί διαζυγίου. Άσκησε σκληρή κριτική στην πολιτική υψηλής φορολογίας των Εργατικών, θεωρώντας την βήμα «όχι προς το σοσιαλισμό, αλλά προς τον κομμουνισμό». Διετέλεσε «σκιώδης» υπουργός Μεταφορών και κατόπιν Παιδείας, πριν τις εκλογές του 1970.


Υπουργός Παιδείας

Μετά τη νίκη των Συντηρητικών υπό τον Έντουαρτ Χιθ το 1970, η Θάτσερ έγινε Υπουργός Παιδείας και Επιστήμης. Κατά τη διάρκεια της θητείας της περιέκοψε τον Προϋπολογισμό για την Παιδεία, ενώ κατάργησε τη χορήγηση δωρεάν γάλακτος στα σχολεία για παιδιά επτά ως έντεκα ετών. Οι αποφάσεις της αυτές προκάλεσαν κύμα διαμαρτυριών, κατά το οποίο της αποδόθηκε το σύνθημα «Thatcher Thatcher, Milk Snatcher» (Θάτσερ, Θάτσερ, άρπαγας του γάλακτος). Παρά ταύτα, όταν μετά από 30 χρόνια δημοσιεύτηκαν δημόσια έγγραφα εκείνης της περιόδου, όπως συνηθίζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, αποδείχθηκε ότι η ίδια είχε ταχθεί κατά αυτών των κινήσεων, αλλά επρόκειτο για συλλογική πολιτική του κόμματός της.


Αρχηγός της Αντιπολίτευσης

Μετά την ήττα των Συντηρητικών στις εκλογές του 1974, τοποθετήθηκε σκιώδης Υπουργός Περιβάλλοντος. Στις 11 Φεβρουαρίου 1975 εξελέγη Πρόεδρος του Συντηρητικού Κόμματος. Στις 19 Ιανουαρίου 1976, σε μια ομιλία της, καταφέρθηκε εναντίον της ιμπεριαλιστικής πολιτικής της Σοβιετικής Ένωσης. Σε απάντηση, σοβιετική εφημερίδα, όργανο του Υπουργείου Άμυνας, της απέδωσε το παρατσούκλι «Σιδηρά Κυρία», το οποίο τη συνόδεψε σε όλη την πολιτική της καριέρα.


Πρωθυπουργός

Μετά την κατάρρευση της Κυβέρνησης Κάλαχαν την άνοιξη του 1979, προκηρύχθηκαν εκλογές και οι Συντηρητικοί κέρδισαν πλειοψηφία 44 εδρών στο Κοινοβούλιο. Στις δημοσκοπήσεις που προηγήθηκαν των εκλογών, φαινόταν ότι οι Συντηρητικοί είχαν το προβάδισμα, όχι όμως και η Μάργκαρετ Θάτσερ, η οποία υστερούσε σε δημοτικότητα έναντι του αντιπάλου της, Τζέιμς Κάλαχαν.
Με τον πολιτικό της σύμμαχο, Πρόεδρο των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρήγκαν

Η Μάργκαρετ Θάτσερ έγινε Πρωθυπουργός στις 4 Μαΐου 1979, με βασικό καθήκον την αναστροφή της πτωτικής πορείας της οικονομίας, τον περιορισμό του ρόλου του κράτους στην οικονομία, καθώς και την ανάδειξη του ρόλου της Μεγάλης Βρετανίας στη διεθνή σκηνή, ο οποίος έδινε την εντύπωση ότι συνεχώς έφθινε, από την εποχή της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Ιδεολογικά βρισκόταν πολύ κοντά με τον Ρόναλντ Ρήγκαν, ο οποίος το 1980 εξελέγη Πρόεδρος των ΗΠΑ, θέση στην οποία παρέμεινε ως το 1988. Μαζί, οι δυο ηγέτες αποφάσισαν να εφαρμόσουν τις νεοφιλελεύθερες οικονομικές συνταγές του οικονομολόγου Milton Friedman – διδάγματα τα οποία είχε ακολουθήσει μόνο ο δικτάτορας της Χιλής και μετέπειτα φίλος της Θάτσερ, Αουγκούστο Πινοσέτ.

Η Θάτσερ ακολούθησε σφικτή νομισματική πολιτική, αυξάνοντας τα επιτόκια, προκειμένου να χαμηλώσει τον πληθωρισμό. Έδειξε προτίμηση προς την έμμεση φορολογία, έναντι της φορολογίας εισοδήματος, και αύξησε τον ΦΠΑ στο 15%. Οι αποφάσεις αυτές αύξησαν πολύ την ανεργία, η οποία διπλασιάστηκε ξεπερνώντας τα 2 εκατομμύρια. Το 1982, ο πληθωρισμός είχε πέσει στο 8,6% από 18%, αλλά οι άνεργοι είχαν ξεπεράσει τα 3,6 εκατομμύρια.

Στις 2 Απριλίου 1982, η δικτατορική Κυβέρνηση της Αργεντινής εισέβαλε στα Νησιά Φώκλαντ, τα οποία αποτελούσαν έδαφος της Μεγάλης Βρετανίας, επί του οποίου όμως η Αργεντινή ήγειρε αξιώσεις ήδη από το 1830. Ξεκίνησε έτσι ο λεγόμενος «Πόλεμος των Φώκλαντ», καθώς η Μάργκαρετ Θάτσερ αντέδρασε σθεναρά, στέλνοντας επιτόπου ναυτική δύναμη για να επανακαταλάβει τα νησιά. Η επιχείρηση, παρά τη μεγάλη απόσταση, στέφθηκε από επιτυχία, προκαλώντας πατριωτική έξαρση στη Μεγάλη Βρετανία.

Ο Πόλεμος των Φώκλαντ, μαζί με μια οικονομική ανάπτυξη που παρατηρήθηκε στις αρχές του 1983, ανέβασαν τη δημοτικότητα της Κυβέρνησης. Εκμεταλλευόμενοι το διχασμό του Εργατικού Κόμματος της εποχής εκείνης, οι Συντηρητικοί πέτυχαν νέα νίκη στις εκλογές του Ιουνίου 1983, κερδίζοντας 42,4% των ψήφων, έναντι 27,6% των Εργατικών. Στη δεύτερη τετραετία της, η Θάτσερ θέλησε να εφαρμόσει τις νεοφιλελεύθερες/νεοσυντηρητικές της αντιλήψεις και για να γίνει αυτό έπρεπε να μειώσει τη δύναμη των συνδικάτων και των επαγγελματικών ενώσεων. Ακολούθησαν απεργίες, με σημαντικότερη την απεργία των ανθρακωρύχων, η οποία διήρκεσε έναν ολόκληρο χρόνο, χωρίς όμως αποτέλεσμα, αφού η Κυβέρνηση παρέμεινε ανυποχώρητη και τα περισσότερα ανθρακωρυχεία έκλεισαν. Η ήττα του συνδικαλιστικού κινήματος των ανθρακωρύχων, άνοιξε τον ασκό του Αιόλου για τις ιδιωτικοποιήσεις πάρα πολλών δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, για τη δραστική περικοπή των δημοσίων δαπανών, τη δραματική συρρίκνωση του κράτους Πρόνοιας κλπ.

Τα ξημερώματα της 12ης Οκτωβρίου 1984 από τύχη διέφυγε τραυματισμό, καθώς η παράνομη οργάνωση των Ιρλανδών εθνικιστών IRA επιτέθηκε στο ξενοδοχείο όπου διέμενε κατά τη διάρκεια του συνεδρίου του κόμματός της στην πόλη Μπράιτον (Brighton). Από την επίθεση εκείνη σκοτώθηκαν πέντε άτομα και τραυματίστηκαν πολλά άλλα. Η ίδια, σε μια επίδειξη ψυχραιμίας δεν άλλαξε καθόλου το πρόγραμμά της και την άλλη μέρα εκφώνησε κανονικά την προγραμματισμένο της ομιλία στο Συνέδριο.

Η οικονομική της πολιτική σημαδεύτηκε από τη ριζική μείωση του κρατικού παρεμβατισμού, την απελευθέρωση των αγορών, την προώθηση της επιχειρηματικότητας και τις ιδιωτικοποιήσεις. Οι περισσότερες δημόσιες επιχειρήσεις πωλήθηκαν, με πρώτη την εταιρία τηλεπικοινωνιών British Telecom, η οποία ήταν κρατική από τα τέλη της δεκαετίας του 1940.

Από την άλλη πλευρά, το 1985, το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης αποφάσισε να μην ανακηρύξει τη Μάργκαρετ Θάτσερ επίτιμο διδάκτορά του (όπως συνέβη με όλους τους Βρετανούς Πρωθυπουργούς που ήταν απόφοιτοί του), σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την περικοπή των δαπανών προς την ανώτατη εκπαίδευση.

Οι Συντηρητικοί κέρδισαν και τις βουλευτικές εκλογές του 1987. Το 1988 εκφώνησε ομιλία με θέμα την υπερθέρμανση του πλανήτη, την καταστροφή του όζοντος και την όξινη βροχή. Την ίδια χρονιά αντιτάχθηκε σθεναρά στη διαφαινόμενη συγκεντροποίηση της λήψης αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία κατά τη γνώμη της θα οδηγούσε σε ομοσπονδιακές δομές, ενώ η ίδια υποστήριζε ότι ο ρόλος της ΕΕ έπρεπε να περιοριστεί στη διασφάλιση του ελεύθερου εμπορίου και του ανόθευτου ανταγωνισμού. Η αντιευρωπαϊκή της πολιτική άρχισε να διχάζει το κόμμα της, δημιουργώντας δύο αντίπαλες τάσεις, μια φιλοευρωπαϊκή και μια αντιευρωπαϊκή. Ο διχασμός αυτός έμελλε να αποβεί μοιραίος και για την ίδια.

Από το 1989, η δημοτικότητά της έφθινε πάλι, λόγω των υψηλών επιτοκίων που έπλητταν την βρετανική οικονομία. Η θητεία της Μάργκαρετ Θάτσερ άρχισε και τελείωσε με βία. Το 1990 το Λονδίνο γνώρισε τις μεγαλύτερες ταραχές που είδαν πολλές γενιές στο κέντρο του, εξαιτίας του απεχθούς φορολογικού σχεδίου της. Στις 22 Νοεμβρίου του ίδιου έτους η Θάτσερ διαβαίνει για τελευταία φορά το κατώφλι του Μπάκινγχαμ ως πρωθυπουργός της χώρας. Συνεργάτες της της έθεταν όρους για την προσχώρηση της στερλίνας στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών, ενώ ένας βουλευτής έθεσε υποψηφιότητα για την προεδρία του κόμματος το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς. Η υποψηφιότητα δεν είχε επιτυχία, αλλά 60 βουλευτές ψήφισαν τον αντίπαλό της ή απείχαν, πράγμα που χαρακτηρίστηκε πρωτοφανές. Άλλοι συνεργάτες της επέμεναν ότι μετά από 10 χρόνια πρωθυπουργίας, ακόμη και αυτό ήταν επιτυχία.

Την ίδια χρονιά η Μάργκαρετ Θάτσερ πολέμησε με σφοδρότητα την ταχύτατη Επανένωση της Γερμανίας, χωρίς όμως αποτέλεσμα.


Πτώση

Στην εκλογή νέου προέδρου του, το 1990, το κόμμα των Συντηρητικών ήταν βαθιά διχασμένο, τόσο για το θέμα της Ευρώπης, όσο και για θέματα εσωτερικής φορολογικής πολιτικής. Με αντίπαλο τον πρώην Υπουργό της, Michael Heseltine, η Θάτσερ δεν κατόρθωσε να εκλεγεί από τον πρώτο γύρο και, κατόπιν διαβούλευσης με συνεργάτες της, ανακοίνωσε την πρόθεσή της να μην είναι υποψήφια στον επόμενο γύρο. Στήριξε τον Τζων Μέιτζορ, ο οποίος και εξελέγη. Η ίδια παρέμεινε βουλευτής ως τις εκλογές του 1992.

Μετά την παραίτησή της, δημοσκόπηση έδειξε ότι το 52% των ερωτηθέντων θεωρούσε ότι «έκανε καλό στη χώρα», ενώ το 48% διαφωνούσε.
Η κατοπινή ζωή της

Μετά την απόσυρσή της από την πολιτική, το 1992, η Μάργκαρετ Θάτσερ έλαβε τον τιμητικό τίτλο της Βαρώνης από τη Βασίλισσα Ελισάβετ, ο οποίος της εξασφάλισε δια βίου συμμετοχή στη Βουλή των Λόρδων.

Το 2002, ανακοινώθηκε ότι οι γιατροί της της συνέστησαν να μην προβαίνει πλέον σε δημόσιες ομιλίες, για λόγους υγείας. Μικρο-εγκεφαλικά επεισόδια είχαν προκαλέσει ζημιά στην πρόσφατη μνήμη της.

Στις 26 Ιουνίου 2003 πέθανε ο σύζυγός της. Έκτοτε οι δημόσιες εμφανίσεις της αραίωσαν αρκετά. Τον Ιούνιο του 2004 παρακολούθησε την κηδεία του Ρόναλντ Ρήγκαν και εκφώνησε μαγνητοσκοπημένο λόγο. Στις 13 Οκτωβρίου 2005 γιόρτασε τα 80ά της γενέθλια με πάρτυ σε ξενοδοχείο, ενώ στις 11 Σεπτεμβρίου 2007 παρέστη στις εκδηλώσεις μνήμης στην πέμπτη επέτειο από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στη Νέα Υόρκη. Το Φεβρουάριο του 2007 παρέστη σε αποκαλυπτήρια ανδριάντα της στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, ενώ στις 13 Σεπτεμβρίου 2007 προσεκλήθη από τον Πρωθυπουργό Γκόρντον Μπράουν για τσάι στην πρωθυπουργική κατοικία στο νούμερο 10 της Ντάουνινγκ Στριτ.

Η Μάργκαρετ Θάτσερ απεβίωσε στις 8 Απριλίου 2013 στo Λονδίνο ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο.

Ο Πάσχος Μανδραβέλης γράφει για την πολιτική της «Σιδηράς Κυρίας»

Το φθινόπωρο του 1980 μία λέξη κυριαρχούσε στα πρωτοσέλιδα των βρετανικών εφημερίδων: «U-turn». Η οικονομία τής Γηραιάς Αλβιώνος βρισκόταν επί πολλά έτη στη χειρότερη μεταπολεμική ύφεση, αλλά οι πρώτες τομές τής νέας κυβέρνησης υπό τη Μάργκαρετ Θάτσερ, είχαν ως αποτέλεσμα και την αύξηση της ανεργίας. Ετσι λοιπόν, όλοι περίμεναν την επανάληψη της ιστορίας. Οι δημοσιογράφοι θύμιζαν τη στροφή των 180 μοιρών που έκανε ο προκάτοχός της συντηρητικός πρωθυπουργός Εντουαρντ Χιθ, όταν το 1972 -υπό την πίεση των συνδικάτων και την αύξηση της ανεργίας- αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το μετριοπαθές μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα.

Το πρόγραμμα φιλελευθεροποίησης της οικονομίας, ως απάντηση στη βαθιά ύφεση της οικονομίας, είχε συνταχθεί προεκλογικά το 1970 από τη σκιώδη κυβέρνηση του Εντουαρτ Χιθ στο ξενοδοχείο Σέλσντον. Παρά το γεγονός ότι πολεμήθηκε σκληρά (ο τότε Εργατικός πρωθυπουργός Χάρολντ Γουίλσον το χαρακτήρισε «αντιδραστικό»), οι Συντηρητικοί κέρδισαν τις εκλογές του 1970. Μέχρι το 1972 όμως το «πρόγραμμα Σέλσντον» ήταν νεκρό, και στην ταφόπλακά του ο Τύπος έγραψε τη λέξη «U-turn».

Ολοι, λοιπόν, περίμεναν ότι στις 10 Οκτωβρίου του 1980, που γινόταν το συνέδριο των Συντηρητικών στο Μπράιτον, η Μάργκαρετ Θάτσερ θα επαναλάμβανε την ιστορία. Εξω από το συνεδριακό κέντρο βρίσκονταν χιλιάδες διαδηλωτές φωνάζοντας συνθήματα για το «δικαίωμα στη δουλειά». Αρκετά στελέχη του συντηρητικού κόμματος ήθελαν να δουν την «κυριούλα με την τσάντα» να τρώει τα μούτρα της? το συνέδριο του Μπράιτον ήταν κι ένας χώρος ξεκαθαρίσματος των λογαριασμών μεταξύ της συντηρητικής πτέρυγας των Τόρις που δεν ήθελαν να αλλάξει τίποτε και των νεοφιλελεύθερων που είχαν πάρει το όνομα «ομάδα Σέλσντον». Η Μάργκαρετ Θάτσερ φορώντας το κλασικό μπλε ταγιεράκι ανέβηκε στο βήμα και ξεκαθάρισε τα πράγματα. «Γι’ αυτούς που περιμένουν με κομμένη την ανάσα για το αγαπημένο κλισέ των ΜΜΕ, το U-turn, ένα έχω να πω: You turn if you want. (Γυρίστε εσείς αν θέλετε). Η κυρία δεν γυρίζει».

Εχουν ειπωθεί πολλά για το πρόγραμμα σοκ στη βρετανική οικονομία από τη Μάργκαρετ Θάτσερ. Θετικά κι αρνητικά. Ενα, όμως, πράγμα παραδέχονται όλοι. Δεν άλλαξε μόνο τη Βρετανία, άλλαξε όλο τον κόσμο. Στο τέλος της δεκαετίας του ’70 όλες οι δυτικές οικονομίες ήταν ημισοβιετικές. Οι βασικές βιομηχανίες ήταν εθνικοποιημένες και βασικό δόγμα ήταν ο κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας. Παρά το γεγονός ότι τα οικονομικά αδιέξοδα ήταν ορατά -υπήρχε ταυτόχρονα πληθωρισμός με ανεργία, κάτι που η οικονομική ορθοδοξία της εποχής θεωρούσε αδύνατον- κανείς δεν τολμούσε να διανοηθεί ότι η απελευθέρωση της οικονομίας ήταν η λύση. Ο Εντουαρτ Χιθ κάτι ψέλλισε, αλλά κατέληξε μετά το U-turn σε ακόμη χειρότερο κρατικό προγραμματισμό: το 1974 οι βιομηχανίες θα δούλευαν τρεις μέρες την εβδομάδα για να κάνουν οικονομία στο ηλεκτρικό ρεύμα, που η λευκή απεργία των ανθρακωρύχων το είχε κάνει προϊόν εν ελλείψει.

Λίγες μέρες μετά το δραματικό συνέδριο στο Μπράιτον, η Θάτσερ επιβεβαίωσε τη φράση «η κυρία δεν γυρίζει» με την κατάθεση του προϋπολογισμού για το 1981. Παρά το γεγονός ότι η οικονομία βρισκόταν σε ύφεση και παρά την ανοιχτή επιστολή 364 μεγάλων οικονομολόγων, αύξησε δραματικά τους φόρους! Ταυτόχρονα όμως προχωρούσε και σε ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων οργανισμών, με πρώτη την «Εθνική Εταιρία Φορτηγών». Η τεράστια συμμετοχή των πολιτών στην προεγγραφή για την αγορά μετοχών ήταν πράσινο φως για την περαιτέρω ανάπτυξη, αυτού που αργότερα ονομάστηκε «λαϊκός καπιταλισμός». Ολες οι μεγάλες κρατικές εταιρείες, από αυτοκινητοβιομηχανίες μέχρι σιδηροδρόμους, βγήκαν προς πώληση.

Αυτή η πολιτική όμως δεν ήταν χωρίς κοινωνικές επιπτώσεις. Το 1982 πρέπει να ήταν η χειρότερη χρονιά για τη «Μάγκι», όπως βάφτισε ο λαϊκός τύπος την πρωθυπουργό. Τα θετικά αποτελέσματα της πολιτικής της δεν ήταν ακόμη ορατά (η βρετανική οικονομία άρχισε να ανακάμπτει το 1983), ενώ οι άνεργοι που ήταν δύο εκατομμύρια πριν από την ανάληψη της πρωθυπουργίας της, έφτασαν στα μέσα του 1982 τα τρία εκατομμύρια. Πολλοί ισχυρίζονται ότι η Θάτσερ δεν θα επιβίωνε πολιτικά, αν το δικτατορικό καθεστώς της Αργεντινής δεν τής έδινε την ευκαιρία, εκείνη τη δύσκολη χρονιά, να κάνει τον πόλεμο στα Φόκλαντς. Η αποφασιστικότητά της (που όπως αποκάλυψαν αργότερα τα σοβιετικά αρχεία, κατέπληξε το Πολιτμπιρό, το οποίο θεωρούσε τις δυτικές κοινωνίες πολύ μαλθακές να κάνουν πόλεμο) και η εύκολη σχετικά νίκη τής έδωσαν την πολιτική ανάσα που χρειαζόταν μέχρι να παρουσιάσει η οικονομία σημάδια ανάκαμψης.

Η κληρονομιά της «Σιδηράς Κυρίας» (χαρακτηρισμός που της κόλλησε το Ράδιο Μόσχα το 1976, έπειτα από μια σφοδρή επίθεση της Θάτσερ στην επεκτατική πολιτική της ΕΣΣΔ) είναι αμφιλεγόμενη. Κάποιοι αμφισβητούν ότι η έκρηξη της βρετανικής οικονομίας μετά το 1983 ήταν αποτέλεσμα των πολιτικών της επιλογών. Ισχυρίζονται ότι ανέλαβε την εξουσία όταν η οικονομία βρισκόταν στα χειρότερά της, πληγωμένη από δύο πετρελαϊκές κρίσεις και απλώς καβάλησε το κύμα της ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας. Οι υποστηρικτές της ισχυρίζονται -και τεκμηριωμένα- ότι η ύφεση της βρετανικής οικονομίας ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’70, πολύ πριν από την πρώτη πετρελαϊκή κρίση του 1973 και συνεχίστηκε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Σε εκείνο που έχουν δίκιο οι επικριτές της είναι ότι με την πολιτική της ξήλωσε ολόκληρο τον παραγωγικό ιστό της χώρας (βιομηχανίες, ορυχεία κ. λπ.) κάνοντας έτσι τη Βρετανία χρηματοοικονομικό κέντρο του κόσμου, αλλά την οικονομία της εξαιρετικά ευαίσθητη στους χρηματοοικονομικούς κύκλους και συνεπώς ασταθή. «Αν σταθερή οικονομία σημαίνει στάσιμη οικονομία, τότε έχουν δίκιο» είπε στο BBC ο πρόεδρος του «Ινστιτούτου Ανταμ Σμιθ» Μάντσεν Πάιρι. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι τώρα η Βρετανία ζει την τρίτη βαθιά ύφεση μετά την «επανάσταση της Μάγκι», με πρώτη εκείνη στα χρόνια του Μέιτζορ, όταν ο Τζορτζ Σόρος κατάφερε να γονατίσει τη βρετανική λίρα.

Η αλήθεια πρέπει να βρίσκεται κάπου στη μέση. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η απελευθέρωση των αγορών μείωσε το λειτουργικό κόστος της οικονομίας. Κανείς επίσης δεν αμφισβητεί ότι το ευρύ πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων απελευθέρωσε παραγωγικές δυνάμεις της βρετανικής οικονομίας. Αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο ούτε στο Κρεμλίνο του Γκορμπατσόφ, όπου με αφορμή τις πολιτικές της Θάτσερ έγιναν πολλές και μεγάλες συζητήσεις για τον ρόλο της αγοράς στην οικονομία.

Ο Γκόρντον Μπράουν χρόνια μετά έκανε μια αρκετά ψύχραιμη αποτίμηση της θητείας της: «Ενώ κατανόησε ότι έπρεπε να απαλλάξει την οικονομία από τις πολλές ρυθμίσεις, που δημιουργήθηκαν τις δεκαετίες του ’40 και ’50, δεν κατάλαβε ότι υπήρχαν κι άλλα προβλήματα: Η υποεπένδυση στην παιδεία και στην υγεία, οι οδικές υποδομές που κατέρρεαν, η έλλειψη πνεύματος κοινότητας στη χώρα, η έλλειψη ευκαιριών σε κάποιες ομάδες πληθυσμού? αυτά είναι προβλήματα που πρέπει να απαντηθούν αν θες να έχεις μακροχρόνια μια επιτυχημένη οικονομία... Αυτό που επί της ουσίας έκανε η κ. Θάτσερ ήταν να καταστρέψει παλιούς θεσμούς που η χρησιμότητά τους είχε τελειώσει, αλλά απέτυχε να χτίσει νέους, να δημιουργήσει νέες πρακτικές που θα εξασφάλιζαν την ευημερία μακροχρόνια».

Είπε...

Για τον φιλελευθερισμό: «Δεν υπάρχει εναλλακτικός δρόμος». Η αγαπημένη έκφραση της Μάργκαρετ Θάτσερ που έμεινε στην ιστορία με το αρκτικόλεξο ΤΙΝΑ («There Is No Alternative»)

Για την κοινωνία: «Δεν υπάρχει αυτό το πράγμα που λέγεται κοινωνία. Υπάρχουν τα άτομα, άνδρες και γυναίκες, όπως υπάρχουν και οι οικογένειες»

Για το κράτος πρόνοιας: «Κανείς δεν θα θυμόταν τον καλό Σαμαρείτη αν είχε μόνο καλές προθέσεις. Είχε επίσης και λεφτά»

Για την κυβέρνηση: «Δεν με νοιάζει αν μιλούν πολύ οι υπουργοί μου, όταν κάνουν αυτό που τους λέω»

Για τις γυναίκες: «Στην πολιτική, αν θες να ειπωθεί κάτι, ρώτα ένα άνδρα. Αν θες να γίνει κάτι, ρώτα μια γυναίκα»

Για την αντιπολίτευση: «Αν αυτοί που με επικρίνουν με έβλεπαν να περπατώ πάνω στον Τάμεση, θα έλεγαν ότι δεν ξέρω κολύμπι»

Για τον μεσαίο χώρο: «Είναι πιο επικίνδυνο να είσαι στη μέση του δρόμου. Μπορεί να σε χτυπήσουν αυτοκίνητα και από τις δύο πλευρές»

Για την εξουσία: «Το να είσαι ισχυρός είναι όπως το να είσαι Κυρία. Αν πρέπει να λες στους άλλους ότι είσαι, δεν είσαι»

Για τον διάδοχό της Τζον Μέιτζορ: «Δεν θα κρατώ το τιμόνι, αλλά θα είμαι μια πολύ καλή οδηγός στο πίσω κάθισμα»

Προβλέψεις: «Καμιά γυναίκα στην εποχή μας δεν θα γίνει πρωθυπουργός, υπουργός Οικονομικών ή Εξωτερικών. Οπως και να έχει το πράγμα, εγώ δεν θα ήθελα ποτέ να γίνω πρωθυπουργός, είναι 100% σίγουρο» (συνέντευξη το 1969)

Είπαν...

Φρανσουά Μιτεράν: «Η Θάτσερ δεν μου αρέσει, ούτε σαν γυναίκα ούτε σαν άνδρας»

Peter Jay, Βρετανός καθηγητής Oικονομικών: «Εξηγώντας τον μονεταρισμό στη Μάργκαρετ Θάτσερ, αισθάνεσαι σαν τον καθηγητή γεωγραφίας που δείχνει έναν παγκόσμιο χάρτη στον Τσένγκις Χαν»

Ντένις Θάτσερ, ο σύζυγος: «Εγώ φορώ τα παντελόνια σπίτι, αλλά επίσης τα πλένω και τα σιδερώνω»

 

radio banner small

gunaika banner new

youtube channel

Πώς χαρακτηρίζετε τους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης στο θέμα των Ελλήνων στρατιωτικών που κρατούνται στην Τουρκία;

Θετικούς(8.5%)
Αρνητικούς(80.9%)
Δεν ξέρω / Δεν απαντώ(10.6%)
Συνολικές ψήφοι: 47
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει ενεργό: Απριλίου 27, 2018